σύμβολο

Origem: Wikcionário, o dicionário livre.
Ir para: navegação, pesquisa
Σύμβολο

Grécia e Chipre Grego[editar]

Substantivo[editar]

σύμ.βο.λο (símvolo) neutro

  1. símbolo.

Declinação[editar]

Etimologia[editar]

Do grego antigo σύμβολον (sýmbolon) .

Pronúncia[editar]

Ver também[editar]

No Wikcionário[editar]

  • συμβόλαιο
  • συμβολή
  • συμβολίζω
  • συμβολικά
  • συμβολική
  • συμβολικός
  • συμβολισμός
  • συμβολιστής
  • συμβολαιογράφος